Tuesday, January 10, 2012

Κρίσνα εναντίον Ιησού


Εχτές πήγα και άραξα λιγάκι στο ετήσιο Φεστιβάλ των Αρμάτων που κάνουν οι Χάρε Κρίσνα στην παραλία Βένις Μπιτς· η φίλη μου η Σβετλάνα τράβαγε κάτι βίντεο για μια τηλεοπτική εκπομπή που φτιάχνει για να στείλει στην πατρίδα της, το Μαυροβούνιο και πήγα για να τη βοηθήσω. Όμως ο πραγματικός λόγος που πήγα ήταν για το φαγητό. Τρώω πολύ φαγητό των Κρίσνα – πραγματικά  μαγειρεύουν πολύ καλά.

Οι Χάρε Κρίσνα ήταν το πρώτη θρησκευτικό κίνημα από την ανατολή με το οποίο είχα άμεση επαφή –δεν το γράφω πολύ σωστά αλλά καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Όπως και να ‘χει, όταν ήμουν έφηβος είχα μεγάλο κόλλημα με τους Μπιτλς (ακόμα έχω) και ο Τζορτζ Χάρισον είχε παρτίδες με τους Κρίσνα οπότε σκέφτηκα ότι θα ήταν κουλ περίπτωση. Κάποια στιγμή είχα σκεφτεί να γίνω μέλος τους, όμως όσο περισσότερο διάβαζα τη φιλοσοφία τους, τόσο πιο χαζή μου φαινόταν –ήταν μια ανατολική εκδοχή όλων των πραγμάτων που είχα ήδη απορρίψει στον χριστιανισμό. Ο χριστιανισμός, τουλάχιστον στις εκδοχές του που είχα συναντήσει, έμοιαζε να ενδιαφέρεται βασικά γι αυτά που συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι σου: έπρεπε να πιστέψεις ότι όλες οι ιστορίες που αναφέρονται στη Βίβλο είναι πραγματικές και εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω από πού και ως πού έχει σημασία για το Θεό αν εγώ πιστεύω ότι ο κόσμος κάποτε πλημμύρισε από μια βροχή που έπεφτε για 40 μέρες και 40 νύχτες. Το όλο πράγμα έμοιαζε εξαιρετικά αυθαίρετο.

Οι Κρίσνα τουλάχιστον, είχαν ορισμένες πραγματικές δραστηριότητες στις οποίες μπορούσα να εμπλακώ. Δεν έτρωγαν κρέας, έψελναν, φορούσαν συγκεκριμένα ρούχα και είχαν κουρέματα που ήταν πιο γελοία ακόμα και από αυτά που είχαν ορισμένοι πανκ φίλοι μου. Όμως, όταν εξοικειώθηκα κάπως με τη φιλοσοφία τους, έφτασα για μια ακόμα φορά στο σημείο που έπρεπε να αποφασίσω αν πιστεύω τις ιστορίες που γράφουν ορισμένα βιβλία ή όχι. Στην περίπτωση των Κρίσνα, αυτή η απόφαση δεν παρουσιαζόταν ως βασικό συστατικό της σωτηρίας (όπως συνέβαινε στις χριστιανικές εκκλησίες που είχα επισκεφθεί), όμως και πάλι έπρεπε να πιστέψεις. Και εγώ δεν μπορούσα να πιστέψω· όπως ο Φοξ Μόλντερ, κάποτε ήθελα να πιστέψω, όμως δεν ήταν δυνατόν.

Τελικά κόλλησα με το Ζεν επειδή στο Ζεν κανείς δεν έδινε μια σχετικά με το τι πίστευες. Και αυτό μου φάνηκε ιδιαίτερα κουλ.

Τέλος πάντων, εχτές οι Κρίσνα είχαν μια τεράστια παρέλαση σε ένα δρόμο κοντά στο σπίτι μου. Η φωτογραφία που έχω ανεβάσει σήμερα είναι από ένα φεστιβάλ πριν από κάνα-δυο χρόνια, όμως αυτό που είδα εχτές ήταν περίπου το ίδιο αλλά μεγαλύτερο. Φέτος, ωστόσο, υπήρξε μια μικρή ομάδα χριστιανών που αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί –μιλάμε για κάτι τύπους που έμοιαζαν με Hell's Angels, τριχωτοί και τεράστιοι· ίσως και να ήταν πρώην μέλη. Οι τύποι αυτοί, προπορεύονταν της παρέλασης κρατώντας πλακάτ με σλόγκαν σε στιλ «Η Βίβλος λέει ‘προσοχή στους ψευδοπροφήτες’» και «Μοιχοί και αυνανιστές θα πάτε στην ΚΟΛΑΣΗ» και τέτοια· αν όλοι οι αυνανιστές θα πάνε στην κόλαση, την έχω πατήσει αγρίως! Ένας από τους τύπους είχε και μια ντουντούκα και φώναζε ότι οι Κρίσνα θα πρέπει να τρώνε κρέας και ότι τα κουρέματά τους, τους κάνουν να μοιάζουν σαν τον πισινό του αλόγου.

Το μόνο αποτέλεσμα που είχαν οι εν λόγω τύποι, ήταν να κάνουν τους Κρίσνα να δείχνουν λιγότεροι παράξενοι· στην πραγματικότητα, στη Νότια Καλιφόρνια οι Χάρε Κρίσνα μοιάζουν με τους Ουόρντ και Τζουν Κλίβερ [Σ.τ.Μ. στερεοτυπικούς γονείς της δεκαετίας του ’50 από την τηλεοπτική σειρά «Leave It to Beaver»]. Πάντα τους ενδιέφερε να γίνουν αποδεκτοί ως θρησκεία που αφορά το μέσο άνθρωπο και τώρα πια φαίνεται ότι το πράγμα τείνει προς αυτή την κατεύθυνση. Καλά κάνουν.

Προσωπικά βρήκα πολύ διασκεδαστικό το θέαμα δύο αντιλήψεων που από καιρό είχα απορρίψει να τσαμπουκαλεύονται στην παραλία· και οι μεν και οι δε, έμοιαζαν να θέλουν διακαώς να προσηλυτίσουν τους τουρίστες και τους πιτσιρικάδες με τα σκέιτ που βρίσκονταν τριγύρω, στο δικό τους τρόπο σκέψης. Γιατί το κάνουμε αυτό; Όταν συμπεριφέρεσαι λες και ο Θεός σου θα ξεθωριάσει εκτός αν όλος ο κόσμος πιστέψει σ’ αυτόν, βγάζεις έναν απίστευτο αέρα ανασφάλειας.

Φαντάζομαι ότι όλα αυτά είναι πολύ παλιά ιστορία και τραβάνε από τότε που οι άνθρωποι άρχιζαν να φτιάχνουν πολιτισμούς. Προκειμένου να μπορέσει να λειτουργήσει ένας πολιτισμός, χρειάζεται να υπάρχει ένα συμφωνημένο ηθικό πλαίσιο –ακόμα και σήμερα, έχεις πολύ περισσότερες πιθανότητες να δολοφονηθείς σε έναν πιο «πρωτόγονο» πολιτισμό από ότι σε έναν πιο «προηγμένο» (και χρησιμοποιώ τους συγκεκριμένους όρους με την ευρύτερη δυνατή απόδοσή τους). Η ηθική [Σ.τ.Μ «morality»], συνδέθηκε με τη θρησκεία και ήταν ζωτικής σημασίας για όσους πίστευαν στον ηθικό κώδικα να προσηλυτίσουν αυτούς που δεν πίστευαν· αν αποτύγχαναν, η κοινωνία που τόσο πολύ προσπαθούσαν να χτίσουν, μπορούσε να καταρρεύσει.

Καθώς οι κοινωνίες προόδευαν, μαζί προόδευσε και η ανάγκη τους για ηθικές δομές. Τα πιο προηγμένα και εύχρηστα φονικά όπλα έκαναν ακόμα πιο σημαντικό το να πρέπει οι άνθρωποι να μένουν εντός των ορίων με αποτέλεσμα να μας μείνει η ιδέα ότι όλοι πρέπει να συμφωνούν με τον ίδιο, μοναδικό ηθικό κώδικα.

Δεν την έχουμε ξεπεράσει αυτή την ανάγκη –στην πραγματικότητα, πιθανότατα δε θα την ξεπεράσουμε ποτέ. Όμως το θρησκευτικό μοντέλο δεν έχει πια αποτελεσματικότητα. Οι πολυσχιδείς κοινωνίες μας έχουν δημιουργήσει υπερβολικά πολλές θρησκείες οι οποίες μονίμως τρώγονται μεταξύ τους. Ακόμα και οι κανόνες του βουδισμού έχουν χρησιμοποιηθεί σαν όπλα από κάποιους που πιστεύουν ότι τους καταλαβαίνουν καλύτερα από ό,τι κάποιοι άλλοι.

Στις μέρες μας, πολλοί είναι αυτοί που προσπαθούν να βρουν το κοινό σημείο μεταξύ όλων των θρησκειών, κάτι που προσωπικά θεωρώ εξαιρετική ιδέα. Όμως τελικά νομίζω ότι χρειάζεται να την ξεπεράσουμε και αυτή και ο λόγος είναι ότι όλες οι θρησκείες βασίζονται στη σκέψη. Όμως η πραγματική ηθική δεν έχει καμία σχέση με τη σκέψη. Η πραγματική ηθική είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί –στην πραγματικότητα, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί.

Όλοι μας έχουμε μέσα μας την πηγή της πραγματικής ηθικής –αυτή είναι η βάση της ύπαρξής μας. Και αν δεν το πιστεύετε αυτό, θα σας πλακώσω στο ξύλο με ένα καδρόνι μέχρι να το πιστέψετε!

Μπραντ Ουόρνερ – Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΧΙΙ): Ζεν, πολιτική ορθότητα και ευθύνες –ξανά!


Εκ των πραγμάτων, δε βλέπω ιδιαίτερα ελληνική τηλεόραση. Για την ακρίβεια, έχω πάψει να βλέπω ελληνική τηλεόραση από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όμως πλέον ακόμα και αν ήθελα να δω ελληνική τηλεόραση δε θα μπορούσα αφού στην Ιαπωνία δεν έχουμε το δορυφορικό πακέτο που θα μας επέτρεπε να βλέπουμε ελληνικά κανάλια και, παρά τις πιέσεις της Άτσουκο, εξακολουθώ να ανθίσταμαι σθεναρά στο να το βάλουμε καθώς θεωρώ ότι η ελληνική τηλεόραση είναι κατά 99% χάσιμο χρόνου· Και ναι, αναγνωρίζω την ειρωνεία που εμπεριέχεται στην παραπάνω δήλωση όταν την κάνει κάποιος συνεργάτης ενός ελληνικού καναλιού.

Όπως και να ‘χει, τις ημέρες των εορτών  που ήμασταν στην Αθήνα, δεν κατάφερα να την αποφύγω πλήρως. Και παρότι η άποψή μου για την τηλεόραση στο σύνολό της ενισχύθηκε για μια ακόμα φορά, έτυχε και άκουσα σε μια πρωινή εκπομπή κάτι που μου έκανε πολύ κλικ (από Ζεν-ικής πλευράς) και που πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να υπογραμμιστεί λίγο πιο έντονα. Δεν είναι, δε, περίεργο ότι το σχόλιο δεν προήλθε από κάποιο πρόσωπο της τηλεόρασης αλλά από έναν ηθοποιό και δη έναν ηθοποιό που προέρχεται από ένα χώρο αρκετά «off Broadway», τον Τάκη Σπυριδάκη, γνωστό σε όσους ασχολούνται με την εναλλακτική σόου-μπίζνα από τις ταινίες των εξαιρετικών σκηνοθετών Νίκου Νικολαΐδη και Νίκου Περράκη.

Ο Τάκης Σπυριδάκης λοιπόν, ήταν προσκεκλημένος της εκπομπής και ο παρουσιαστής σχολίαζε βασικά το ρόλο του σε μια σειρά διαφημιστικών σποτ που, αν έχω καταλάβει καλά, θεωρούνται ιδιαίτερα πετυχημένα αυτή την περίοδο  (παρεμπιπτόντως, δεν μπορώ να μη σχολιάσω το πόσο θλιβερό είναι ένας άνθρωπος που έχει αφήσει το στίγμα του στον ελληνικό κινηματογράφο, να γίνεται γνωστός στο ευρύ κοινό σχεδόν είκοσι χρόνια αργότερα, μέσα από μια μάλλον περιορισμένης φαντασίας και χιούμορ διαφήμιση). Ο συγκεκριμένος ρόλος είναι ενός προέδρου ποδοσφαιρικής ομάδας και το ευρύτερο σενάριο δείχνει τις περιπέτειές του, πρώτα στο γραφείο της ομάδας και στις σχέσεις του με τους ποδοσφαιριστές, τον προπονητή και διάφορους πιθανούς επενδυτές και αργότερα εντός του συστήματος δικαιοσύνης καθώς, όντας «λαμόγιο» φτάνει να συλληφθεί –μέχρι εκεί κατάλαβα έχοντας δει μόνο κάποιες από τις διαφημίσεις στο YouTube. Αν κάνω κάπου λάθος, συγχωρήστε με.

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή ο παρουσιαστής της εκπομπής είπε (παραφράζω, έτσι;) ότι ο συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου έχει πιάσει επειδή είναι αναγνωρίσιμος, σπεύδοντας να προσθέσει «βεβαίως δεν είναι όλοι οι πρόεδροι ποδοσφαιρικών ομάδων έτσι». Στο σημείο αυτό, ήρθε το πολύ εύστοχο σχόλιο από τον Τάκη Σπυριδάκη: «Ναι, φυσικά δεν είναι όλοι έτσι, όμως τελικά αυτοί που είναι, μάλλον είναι οι περισσότεροι και γι αυτό ο χαρακτήρας είναι αναγνωρίσιμος» –και πάλι παραφράζω όμως το πόιντ του ήταν αυτό. Κατά τη γνώμη μου, η συγκεκριμένη επισήμανση είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη Ζεν σκέψη, καθώς σχετίζεται με ένα από τα βασικά σημεία του βουδισμού, το «σωστό λόγο».

Είναι γνωστό (νομίζω;) ότι στη βάση της βουδιστικής/Ζεν στάσης ζωής βρίσκεται το λεγόμενο «Οκταπλό Ευγενές Μονοπάτι» (ή, για όσους αρέσκονται στη Νιού Έιτζ ορολογία, «Ευγενής Οκταπλή Ατραπός» –στα σανσκριτικά, «αριαστανγκαμάργκα» και στα ιαπωνικά, «χασόουντόου»).  Τι είναι αυτό; Οι οκτώ διαστάσεις του «σωστού δρόμου» που πρέπει να ακολουθήσει κανείς, αν θέλει να σταματήσει την οδύνη, τον πόνο δηλαδή που συνοδεύει τη ζωή. Στο βιβλίο «Πανκ Ζεν», έχω αποδώσει τις οκτώ αυτές διαστάσεις ως (1) σωστή κατανόηση, (2) σωστή σκέψη, (3) σωστό  λόγο, (4) σωστή δράση, (5) σωστή ζωή, (6) σωστή προσπάθεια, (7) σωστή επίγνωση και (8) σωστή συγκέντρωση. Τα παραπάνω, αποτελούν τη βάση για τους λεγόμενους «δέκα κανόνες των Μποντισάτβα», τους κανόνες δηλαδή που υπόσχεται να τηρεί κάποιος όταν χρίζεται μέλος της βουδιστικής κοινότητας (είτε κληρικός, είτε λαϊκός) –ορισμένοι τους αντιλαμβάνονται σαν κάτι αντίστοιχο με τις δέκα εντολές, όμως η διαφορά είναι ότι οι δέκα αυτοί κανόνες δεν έχουν προέλθει από το Θεό αλλά είναι βασικοί κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς (όπως, δηλαδή, είναι κατ’ ουσία και οι δέκα εντολές). Οι κανόνες αυτοί είναι (1) να μη σκοτώνει, (2) να μην κλέβει, (3) να μην κάνει κακή χρήση της σεξουαλικότητάς του (ή, «να μην επιθυμεί πάρα πολύ», όπως τον αποδίδει ο Γκούντο Νισιτζίμα), (4) να μη λέει ψέματα, (5) να μη θολώνει τον νου του με τοξικές ουσίες, (6) να μην κριτικάρει τους άλλους, (7) να μην είναι περήφανος για τον εαυτό του και να μη διαβάλλει τους άλλους, (8) να μην εποφθαλμιά κάτι που έχουν οι άλλοι, (9) να μη θυμώνει, και, (10) να μην καταφέρεται εναντίον των Τριών Θησαυρών (του Βούδα, της διδασκαλίας του και της βουδιστικής κοινότητας).

Πώς φτάνουμε σε όλα αυτά από τον «πρόεδρο» του Τάκη Σπυριδάκη; Λίγη υπομονή ακόμα και έρχομαι! Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, μια από τις αρχές του «Οκταπλού Μονοπατιού» είναι ο «σωστός λόγος» και ένας από τους κανόνες για όλους τους βουδιστές είναι το «να μην κριτικάρει τους άλλους». Σωστό και λογικό: στο βουδισμό καθένας ασχολείται με αυτό που κάνει ο ίδιος και προσπαθεί να βελτιώσει τα δικά του ελαττώματα και τις δικές του ανεπάρκειες· κάθε σκέψη ή λόγος που σχετίζεται με τους άλλους, τελικά οδηγεί σε παρεκτροπή από το βασικό στόχο και σε μια μίζερη κατάσταση στην οποία όλοι κρίνουν όλους τους άλλους και φτάνουν να ξεχάσουν τη δική τους ευθύνη. Όπως δηλαδή συμβαίνει κατά κόρον στις ανθρώπινες κοινωνίες και όπως συμβαίνει μέχρι ναυτίας στην ελληνική κοινωνία, ειδικά των τελευταίων μηνών που η επιδείνωση των συνθηκών της καθημερινής ζωής έχει οδηγήσει πολλούς να αναζητούν ενόχους.

Ως εδώ καλά. Αυτό που δεν είναι εμφανές από την επιπόλαια ανάγνωση των παραπάνω αρχών και κανόνων, ωστόσο, είναι ότι πέραν των πραγμάτων που δεν πρέπει να κάνει κανείς (και που περιγράφονται από τον «δεκάλογο των Μποντισάτβα»), υπάρχουν και αυτά που πρέπει να κάνει κανείς, καθώς σε αντίθετη περίπτωση χρησιμοποιεί το βουδισμό ως υπεκφυγή και ως άλλοθι· μ’ άλλα λόγια, υπάρχουν στιγμές που καθένας οφείλει να πάρει θέση απέναντι σ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω του και, αν χρειαστεί, να καυτηριάσει πράγματα που βλέπει ή που ακούει. Αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη άποψη που θέλει τους βουδιστές να κάθονται παθητικά (κατά προτίμηση σε ένα στρογγυλό μαξιλαράκι) και να βλέπουν τον κόσμο να περνάει, ο βουδισμός στη βάση του είναι μια απολύτως πρακτική στάση ζωής που προτείνει την ηθική εμπλοκή με αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Απόδειξη γι αυτό είναι ο ίδιος ο Γκοτάμα Βούδας, ο οποίος όταν κατάφερε να συνειδητοποιήσει αυτό που συνειδητοποίησε, δεν έκατσε πάνω στο βουνό για να το κλωσάει αλλά επέστρεψε στον κόσμο, το δίδαξε όσο περισσότερο μπορούσε και ξεκίνησε μια κοινότητα η οποία συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Πίσω στη συζήτηση μεταξύ Τάκη Σπυριδάκη και παρουσιαστή: ο παρουσιαστής προσπάθησε να κάνει αυτό που κάνουν πάντα οι τηλεοπτικοί παρουσιαστές, δηλαδή να μπολιάσει την κουβέντα με τη γνωστή πολιτική ορθότητα που είθισται να επικρατεί στις μέρες μας· ειδικά στην Ελλάδα, οι προσπάθειες αυτές είναι πολύ αστείες αν λάβει κανείς υπόψη ότι ένα από τα πιο ενοχλητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας είναι ότι οι πάντες θεωρητικολογούν και γενικεύουν με συνταρακτική ευκολία! Παρόλα αυτά, κάτι επειδή οι τηλεορασάδες θέλουν πάντα να φυλάνε τα νώτα τους (γιατί δεν ξέρουν από πού θα σβουρίξει η επόμενη μήνυση –ή η επόμενη πληρωμή), κάτι επειδή έχει γίνει της μόδας η πολιτική ορθότητα γενικώς, φρόντισε να επισημάνει ότι «Βρε παιδί μου, μην τους θάβουμε και όλους». Και βεβαίως έχει δίκιο, όμως ακόμα περισσότερο δίκιο είχε ο Σπυριδάκης: «Ναι, μην τους θάβουμε όλους –αλλά ας συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι οι πιο πολλοί το θέλουν το θαψιματάκι τους».

Όλος ο βουδισμός στηρίζεται στην αντίληψη της πραγματικότητας και στην ατομική ευθύνη –το έχω γράψει και άλλοτε και το έχουν γράψει πολύ καλύτερα άνθρωποι με περισσότερα διαπιστευτήρια από μένα (ξυρισμένα κεφάλια, ράσα, σχιστά μάτια κ.λπ.) Και μέρος της ελληνικής διάστασης της πραγματικότητας είναι ότι για να έχει φτάσει η ελληνική κοινωνία στο σημείο που έχει φτάσει αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να ευθύνονται 300 πολιτικοί, 100 πολύ πλούσιοι και μερικοί διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι είναι-δεν είναι 1000 άτομα (γιατί αν κινηθούμε πολιτικώς ορθά, κάπου εκεί καταλήγουμε). Αν ο αριθμός των «ενόχων» ήταν τόσο μικρός δε θα ήταν δύσκολο να απομονωθεί και να εξουδετερωθεί, ακόμα και από μια κοινωνία χωρίς ισχυρές δομές όπως είναι η ελληνική. Ο λόγος που η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη είναι αφενός επειδή ο συγκεκριμένος αριθμός είναι πολύ μεγάλος (και σίγουρα, μεγαλύτερος από τον αριθμό των «αθώων» –αλλιώς οι αθώοι είναι ηλίθιοι και άγονται και φέρονται από τους λίγους έξυπνους) και αφετέρου επειδή, ακόμα και αυτοί που είθισται να λογίζονται ως «αθώοι», στην πραγματικότητα δεν είναι· βουδιστικά μιλώντας, όλοι έχουν απολύτως ίσο μερίδιο ευθύνης.

Αυτό το τελευταίο είναι που δυσκολεύει πολλούς. Πώς είναι δυνατόν να έχει ίσο μερίδιο ευθύνης π.χ. ένας πρώην υπουργός εθνικής άμυνας που εμπλέκεται σε σκάνδαλα με προμήθειες οπλικών συστημάτων και ένας χαμηλοσυνταξιούχος του ΟΓΑ; Και όμως, είναι! Επειδή και οι δύο, έζησαν τη ζωή τους με βάση τις δυνατότητές τους, πήραν τις αποφάσεις τους, χάραξαν τις πορείες τους και τις ακολούθησαν ως σήμερα. Οι επιλογές του ενός, επηρέασαν τις επιλογές του άλλου και παρότι σήμερα ίσως οι επιλογές του υπουργού φαίνεται να επηρεάζουν πολύ περισσότερο τη ζωή του χαμηλοσυνταξιούχου από ό,τι το αντίθετο, στην πραγματικότητα η επιρροή είναι ίση, όπως ίση είναι η επιρροή που έχουν τόσο επάνω στον υπουργό όσο και επάνω στον χαμηλοσυνταξιούχο οι επιλογές ενός ταξιτζή στο Τόκιο, του προέδρου των ΗΠΑ ή ενός δημοσίου υπαλλήλου στο Καράκας. Ασχέτως των πολιτισμικών διαφορών που ορίζουν την κοινωνία κάθε χώρας, όλες οι κοινωνίες είναι μέρη της ίδιας: της κοινωνίας όλου του κόσμου (σήμερα αυτό είναι πιο ορατό από ό,τι ποτέ). Συνεπώς κανείς δεν μπορεί να θέσει εαυτόν «εκτός» γιατί απλώς, δεν υπάρχει εκτός!

Εν κατακλείδι, μια πρόταση (προς εαυτόν και αλλήλους): την επόμενη φορά που αποφασίζουμε νε επιρρίψουμε ευθύνες προτείνω να δούμε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο προς πια κατεύθυνση τις επιρρίπτουμε. Κανείς δεν μπορεί να είναι σε θέση απυρόβλητου –ούτε εμείς οι ίδιοι, ούτε η οικογένειά μας, ούτε οι φίλοι μας, ούτε οι ομοϊδεάτες μας, ούτε οι συμπατριώτες μας, ούτε κανείς. Αν, π.χ. το εκπαιδευτικό σύστημα είναι σκάρτο (αν καταλαβαίνω καλά, τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν ορισμένες έντονες ενδείξεις ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο) ας συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι δε φταίνε δέκα ή εκατό κακοί εκπαιδευτικοί αλλά ότι φταίνε οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί και ότι την κατάσταση την κάνουν χειρότερη οι γονείς των μαθητών (επίσης στην πλειονότητά τους), το υπουργείο παιδείας, τα ΜΜΕ κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ. Και ας συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι και αυτοί που δε φταίνε άμεσα, φταίνε εξίσου επειδή είναι εξίσου κομμάτια της ίδιας κοινωνίας –αν όλοι βελτιώσουν το δικό τους κομμάτι επιρροής, υπάρχει αμφιβολία ότι θα βελτιωθεί το σύνολο των κομματιών και, άρα, και το εκπαιδευτικό σύστημα;

ΥΓ
Για να μην παρεξηγηθώ, επιρρίπτω τις ευθύνες στον εαυτό μου πριν απ’ όλους –το ότι δεν είμαι γονιός δεν είναι απλώς δευτερεύουσας σημασίας, είναι απολύτως αδιάφορο.

Monday, November 21, 2011

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΧΙ): Ζεν, φαντασιώσεις και μια πολιτική κρίση


Μια και το προηγούμενο ποστ είχε αρκετό σουξέ, σκέφτηκα να ποστάρω και κάτι ακόμα γύρω από το ίδιο θέμα –για την ακρίβεια γύρω από την ίδια κατάσταση. Θέλω να πω, το θέμα του δημοψηφίσματος κάηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το ανέβασμα του ποστ (παρόλα αυτά εξακολουθώ να πιστεύω ότι ήταν εξαιρετική ιδέα και λυπάμαι που δεν προχώρησε), όμως το ευρύτερο πρόβλημα της κατάστασης στην Ελλάδα ούτε λύθηκε, ούτε και πρόκειται να λυθεί τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον. Όταν λυθεί δε, είμαι σχεδόν απολύτως σίγουρος ότι η λύση του δε θα έχει καμία σχέση με αυτό που οι περισσότεροι συμπατριώτες μου θεωρούν ως «λύση» και ότι η βελτίωση της κατάστασης θα περάσει μέσα από διαδρομές που οι περισσότεροι είτε δε φαντάζονται, είτε αν φαντάζονται τις θεωρούν επιδείνωση και όχι βελτίωση!


Αλλά ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή: καθώς το μπλογκ αυτό δεν είναι πολιτικό αλλά... θρησκευτικό, δεν είναι πρόθεσή μου να εκφράσω τις απόψεις μου σχετικά με το ποια θα είναι η πιθανότερη (κατ’ εμέ) εξέλιξη για την ελληνική οικονομία, ούτε ποια θα είναι η ευμενέστερη (επίσης κατ’ εμέ) εξέλιξη για την ελληνική κοινωνία –έτσι κι αλλιώς, η μελλοντολογία είναι ανοησία (και όχι μόνο βουδιστικά μιλώντας) και έτσι κι αλλιώς αυτά που θα γίνουν θα γίνουν, οπότε ας τα δούμε και ας τα σχολιάσουμε μετά. Προς το παρόν αυτό που με ενδιαφέρει είναι το πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και πώς αυτό σχετίζεται με τις διδασκαλίες ενός ινδού διανοητή που έζησε πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια.

Πολύ απλά μιλώντας, το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό στο οποίο αποπειράται να δώσει μια λύση ο βουδισμός: δηλαδή η αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα και η προσφυγή στις φαντασιώσεις. Ή, αν προτιμάτε, η αντικατάσταση της πραγματικότητας από τις φαντασιώσεις. Όσο περνάει ο καιρός, πείθομαι όλο και περισσότερο ότι όλα τα προβλήματα ανάγονται τελικά σε προσωπικά και ότι στη βάση τους βρίσκουμε πάντα αυτή ακριβώς την παρεξήγηση ή την αδυναμία, τελικά του ανθρώπου να αποδεχτεί ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεται ή όπως τα θέλει αλλά όπως είναι. Ακόμα και το πιο σκληροπυρηνικό τεχνικό πρόβλημα, αν αναλυθεί αρκετά, εκεί καταλήγει –τουλάχιστον από τη βουδιστική σκοπιά!

Το πρόβλημα της Ελλάδας αυτή τη στιγμή είναι οικονομικό, λένε οι περισσότεροι. Σαφώς, όμως το οικονομικό πρόβλημα κρύβει πίσω του ένα βαθύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πρόβλημα· η Ευρωπαϊκή Ένωση σίγουρα αντιμετωπίζει μια κρίση που πάει πέρα από τη φοροδιαφυγή των ελλήνων, όμως αν η Ελλάδα ήταν οργανωμένη διαφορετικά, η θέση της απέναντι στην ευρύτερη κρίση θα ήταν κι αυτή διαφορετική όπως είναι διαφορετική η θέση της Γερμανίας ή της Γαλλίας. Οι λόγοι που δεν είναι οργανωμένη διαφορετικά είναι κοινωνικοί και, όπως ήδη έχουν αρχίσει να επισημαίνουν αρκετοί σχολιαστές, έλληνες και ξένοι, έχουν τη βάση τους σε ορισμένες πολιτισμικές ιδιομορφίες της χώρας και του λαού της, ιδιομορφίες που διαμορφώνουν τελικά ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα.

Από την οικονομία στην κοινωνία και από εκεί στις βαθύτερες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες –όλα αυτά είναι σχετικά εύκολα ερμηνεύσιμα ιστορικά και κοινωνιολογικά. Και λέω «σχετικά εύκολα» επειδή ο περισσότερος κόσμος εξακολουθεί να προτιμάει να αγνοεί την ιστορία και την κοινωνιολογία και να αρκείται στις βολικές επεξηγήσεις του τύπου «φταίνε οι πολιτικοί», «φταίει η παγκόσμια κρίση», «φταίνε τα ξένα συμφέροντα», «φταίνε οι πλούσιοι» κ.λπ. Όμως και αυτές οι επεξηγήσεις δείχνουν ότι το πρόβλημα στη βάση του είναι προσωπικό και άπτεται της ίδιας αδυναμίας να μη θέλουμε να δούμε την πραγματικότητα κατάματα και να καταφεύγουμε σε φαντασιώσεις.

Στα χρόνια που παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου (και όχι πάντα φορώντας βουδιστικά γυαλιά), βλέπω να επαναλαμβάνεται στερεότυπα το ίδιο φαινόμενο: οι άνθρωποι δεν είναι ικανοποιημένοι με αυτό που ζουν και θέλουν κάτι διαφορετικό –συνήθως κάτι περισσότερο, όμως το πρόβλημα εδώ δεν είναι η απληστία, είναι η πάσης φύσεως διαφοροποίηση. Και βεβαίως είναι θεμιτό να θέλει κανείς να βελτιώσει τη ζωή του και να καταβάλλει προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση· τα πράγματα γίνονται προβληματικά όταν οι προσπάθειες αυτές κατευθύνονται αποκλειστικά από τη φαντασία και αγνοούν την πραγματικότητα.

Κατά την άποψή μου, τις τελευταίες δεκαετίες, οι έλληνες ζουν κατευθυνόμενοι από τις φαντασιώσεις τους. Έχουν υιοθετήσει ένα μοντέλο ζωής το οποίο περνάει μέσα από την κατανάλωση και δη την κατανάλωση ακριβών αγαθών, μέσα από την εξίσωση της χώρας με τις χώρες της Ευρώπης και τις ΗΠΑ και, γενικότερα, μέσα από την αποδοχή ενός μοντέλου σκέψης και τρόπου ζωής που διαμορφώθηκε στη Δύση από τη βιομηχανική επανάσταση και ύστερα και που εδραιώθηκε ακόμα περισσότερο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παραδόξως, η πλειονότητα των ελλήνων δε σκέφτηκε ότι είναι αδύνατον να αποδεχτείς 100% ένα ξένο μοντέλο διότι είναι...  ξένο· μ’ άλλα λόγια, προέρχεται από χώρες με άλλου τύπου ιστορία και κοινωνική οργάνωση και, συνεπώς, με άλλου τύπου νοοτροπία.

Παρόλα αυτά, προτιμήσαμε και εν πολλοίς προτιμούμε ακόμα, να κινούμαστε με βάση αυτό το μοντέλο χωρίς να σκεφτόμαστε ότι μια τέτοια προσπάθεια είναι εξ ορισμού καταδικασμένη να αποτύχει. Όταν δε, φτάσαμε να βλέπουμε μπροστά μας ότι πλέον έχουμε μπει στην τελική ευθεία προς την απόλυτη αποτυχία, εξακολουθούμε να μη βλέπουμε την πραγματικότητα και καταφεύγουμε στις εύκολες απαντήσεις που ανέφερα παραπάνω. Εν ολίγοις, εξακολουθούμε να μη βλέπουμε την πραγματικότητα· ούτε αυτή που ζούσαμε επί δεκαετίες, ούτε τις συνέπειές της που ζούμε τώρα, ούτε τη σχέση μεταξύ τους. Το πιο απαισιόδοξο δε, είναι ότι όσο δεν τη βλέπουμε τόσο βέβαιο είναι ότι η πραγματική μας κατάσταση θα γίνεται χειρότερη!

Αν κάποιος δεν έχει αντιληφθεί ήδη που μπαίνει ο βουδισμός Ζεν σε όλα αυτά, να το επισημάνω και ευθαρσώς: ο Βούδας άρχισε να ερευνά τον εαυτό του και την κατάσταση γύρω του όταν συνειδητοποίησε ότι ως εκείνη τη στιγμή είχε ζήσει αποκομμένος από την πραγματικότητα (για όσους δε θυμούνται τα βασικά της ιστορίας του Γκοτάμα, ήταν πρίγκιπας και ο βασιλιάς πατέρας του δεν του επέτρεπε να βγει από το παλάτι και να δει πώς ζούσε ο λαός, φοβούμενος ότι ο νεαρός θα αφιερωνόταν στη φιλοσοφία και δε θα ασχολιόταν με την... οικογενειακή επιχείρηση). Έχουμε λοιπόν ένα σύστημα σκέψης το οποίο στηρίζεται στη σειρά σκέψεων: δεν έχω επαφή με την πραγματικότητα, αυτό μου δημιουργεί πρόβλημα αντίληψης, θέλω να πάψω να έχω αυτό το πρόβλημα αντίληψης και, άρα, αποκτώ επαφή με την πραγματικότητα. Η δε συνειδητοποίηση που οδήγησε τον Γκοτάμα να γίνει βούδας ήταν ακριβώς αυτή: ότι μόνο έχοντας σαφή συναίσθηση της πραγματικότητας και δρώντας απέναντι σ’ αυτό που συμβαίνει ιδωμένο πέρα από τα φίλτρα που κατασκευάζει ο νους λόγω των αδυναμιών και των ανασφαλειών μας, μπορούμε να ζήσουμε μια ζωή που βγάζει νόημα· σε αντίθετη περίπτωση, απλώς κυνηγάμε την ουρά μας, δημιουργώντας φαύλους κύκλους.

Βεβαίως οι φαύλοι κύκλοι μπορούν να σπάσουν. Και η κατάλληλη στιγμή για να σπάσει ένας φαύλος κύκλος είναι τώρα –και δεν εννοώ «τώρα» με την έννοια του Νοεμβρίου του 2011 και της συγκεκριμένης πολιτικό-κοινωνικής συγκυρίας αλλά το εκάστοτε «τώρα». Αν συμφωνούμε ότι κατά βάση το πρόβλημά μας είναι ένα πρόβλημα προσωπικό, το οποίο οδηγεί σε ένα πρόβλημα πολιτισμικό και από εκεί σε ένα κοινωνικό και οικονομικό, ας το λύσουμε πρώτα σε προσωπικό επίπεδο. Ας δούμε τι πραγματικά θέλουμε και τι μπορούμε να θέλουμε –εννοώ τι από αυτά που θέλουμε είναι εφικτό και αντιστοιχεί στις πραγματικές μας δυνατότητες, καθενός ξεχωριστά- και ας κάνουμε ό,τι μπορούμε να για το αποκτήσουμε. Ας αγνοήσουμε για μια φορά το «ευρωπαϊκό όραμα» ή το «όραμα της μεγάλης και σημαντικής Ελλάδας» καθώς «όραμα» είναι μια άλλη λέξη για τη «φαντασίωση» και ας κινηθούμε με βάση αυτό που ξέρουμε ότι πραγματικά μπορούμε και θέλουμε.

Για κάποιους –πιθανότατα για όλους- μια τέτοια συνειδητοποίηση θα οδηγήσει σε βαθιές αλλαγές και σε ένα παρόν και εγγύς μέλλον με πολλές δυσκολίες. Όμως δε γίνεται διαφορετικά καθώς κάθε ξύπνημα είναι ξεβόλεμα και δυσάρεστο. Αν προκειμένου να μπορέσουμε να ζήσουμε πιο ήρεμοι και με πραγματικές προοπτικές, πρέπει να εγκαταλείψουμε τη φαντασίωση της «ευρωπαϊκής Ελλάδας» και πρέπει να προσαρμοστούμε με την πραγματικότητα της «βαλκανικής Ελλάδας», ας κάνουμε αυτό ή ας αποφασίσουμε ότι θέλουμε όντως τόσο πολύ να κάνουμε πραγματικότητα την «ευρωπαϊκή Ελλάδα», ας δουλέψουμε χίλιες φορές περισσότερο για να περάσουμε μέσα από όσα πέρασαν οι ευρωπαϊκές χώρες για να φτάσουν σήμερα να είναι αυτό που είναι και το οποίο θέλουμε κι εμείς να γίνουμε –δεν πιστεύω ότι δε γίνεται, αλλά πιστεύω ότι χρειάζεται πολύ περισσότερη δουλειά από όση είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι περισσότεροι.

Το είπα στην αρχή και το ξαναλέω: δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να πιστεύω ότι η διεθνής συγκυρία είναι άσχετη με την καθημερινότητα που βιώνει αυτή τη στιγμή ο ελληνικός λαός. Πιστεύω όμως ότι αν ο ελληνικός λαός (για την ακρίβεια, αν καθένας από τους ανθρώπους που τον αποτελούν) λειτουργούσε λιγότερο με το θυμικό και περισσότερο με τη λογική, θα είχε και κάποια εφόδια για να αντιμετωπίσει τη διεθνή συγκυρία. Ο καπιταλισμός περνάει διαρκώς από διάφορες κρίσεις· για την ακρίβεια, οι κρίσεις είναι μέρος του συστήματος αυτού και θα λυθούν από το ίδιο το σύστημα, αγνοώντας την πραγματικότητα ενός εκάστου. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε εμείς για να αμυνθούμε (και ακόμα περισσότερο για να νικήσουμε –αν το ζητούμενο είναι αυτό) είναι να αντιληφθούμε τι ακριβώς έχουμε μπροστά μας, πώς λειτουργεί και ποια είναι η θέση μας απέναντί του, πράγμα που σημαίνει ότι θα αντιληφθούμε και ποια είναι η θέση μας γενικώς, χωρίς φαντασιώσεις και χωρίς υπεκφυγές. Και, αν δεν έχω παρεξηγήσει απολύτως ό,τι έχω διαβάσει περί βουδισμού τα τελευταία είκοσι χρόνια, η μόνη γνώση που έχει αξία είναι η γνώση του ποιος είμαι (*).



(*) Θα αφήσω να περάσει ασχολίαστη η ειρωνεία που εμπεριέχεται στο πόσο θεμελιώδης ήταν αυτή η γνώση για την αρχαία ελληνική σκέψη.

Friday, November 4, 2011

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΧ): Ζεν και η τέχνη του δημοψηφίσματος


Παρακάμπτοντας με χάρη (που λέει ο λόγος) τις δικαιολογίες περί της χρονικής απόστασης από το τελευταίο ποστ, πηγαίνω πάραυτα στο θέμα μου, το οποίο όπως λέει και ο τίτλος, σχετίζεται με την πολιτική επικαιρότητα των τελευταίων ημερών. Ναι, αναφέρομαι στις τρικυμιώδεις τέσσερις τελευταίες ημέρες και, κυρίως, στο θέμα του δημοψηφίσματος το οποίο ανήγγειλε ο πρωθυπουργός. Δυστυχώς, λόγοι ανωτέρας βίας με κράτησαν μακριά από τον υπολογιστή τις τελευταίες δυόμισι μέρες και τώρα που κάθομαι να γράψω το κείμενο αυτό (βράδυ Παρασκευής στην Ιαπωνία και πρωί-μεσημέρι Παρασκευής στην Ελλάδα), οι πιθανότητες το κείμενο να βρεθεί εκτός θέματος είναι πολλές. Ωστόσο, επειδή η συγκεκριμένη σκέψη είναι σημαντική (ή έτσι πιστεύω, τουλάχιστον!), επιτρέψτε μου να την εκθέσω και αν πέσει στο κενό, έπεσε· για κείμενο σε ένα μπλογκ πρόκειται άλλωστε, οπότε δεν έχω καμιά βλέψη να χαραχτεί σε γρανίτη και να κληροδοτηθεί στις επόμενες γενεές.

Με λίγα λόγια, πιστεύω ότι η ανακοίνωση του πρωθυπουργού για δημοψήφισμα σχετικά με το πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας, με τη θέση της χώρας στην ΕΕ και με τη συμμετοχή της στο ευρώ, είναι ίσως η πιο ζεν πράξη που έχει κάνει έλληνας πολιτικός, τουλάχιστον στα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου –ίσως και στη νέα ελληνική ιστορία. Και είναι εντελώς κρίμα ότι οι συνθήκες τελικά θα οδηγήσουν στο να μη γίνει το δημοψήφισμα (την ώρα που γράφεται το κείμενο αυτό, οι πιθανότητες να αποφευχθεί το δημοψήφισμα αυξάνονται διαρκώς, τουλάχιστον από ό,τι διαβάζω και ακούω τόσο στα ελληνικά, όσο και στα διεθνή ΜΜΕ). Επειδή δε, νομίζω ότι η παραπάνω δήλωση (περί ζεν πράξης εκ μέρους του πρωθυπουργού) πιθανότατα θα παρεξηγηθεί (γενικώς τον έχω αυτόν τον φόβο αλλά ειδικά αυτή την περίοδο, τον έχω ακόμα και περισσότερο, δεδομένης της γενικότερης ανησυχίας και, κυρίως της σύγχυσης που προκύπτει από την υπερπληροφόρηση), εξηγούμαι πάραυτα.

Ο βουδισμός, και δη ο βουδισμός Ζεν έχει έναν και μοναδικό στόχο: να θέσει τον άνθρωπο ενώπιον των ευθυνών του –αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο σχεδόν σε κάθε συζήτηση περί του ιστορικού Βούδα, υπενθυμίζεται ότι επρόκειτο για έναν κανονικό ανθρώπου ο οποίος έζησε τη ζωή του, συνειδητοποίησε ορισμένα πράγματα τα οποία και δίδαξε και στη συνέχεια πέθανε και πάει. Υπενθυμίζοντας την ανθρώπινη φύση του Βούδα, οι δάσκαλοι του Ζεν προσπαθούν να αποτρέψουν τους ακροατές τους να αντιμετωπίσουν το Βούδα σαν θεό και, άρα, να του μεταφέρουν την υπευθυνότητά τους –όπως δηλαδή γίνεται με τους πάσης φύσεως θεούς, ανεξαρτήτως γεωγραφικού μήκους και πλάτους, ιστορικού χρόνου και πολιτισμού. Είναι εύκολα αντιληπτό λοιπόν, ότι αν ο βουδισμός Ζεν θέλει να αποτρέψει ακόμα και αυτού του τύπου τη μετάθεση ευθυνών, η μετάθεση ευθυνών σε θέματα πιο απλά και καθημερινά δε συζητιέται καν!

Αυτή τη στιγμή η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει κάποια θέματα που στη βάση τους είναι απλά και καθημερινά –η έντασή τους, δεν αλλάζει (ή, έστω, δε θα πρέπει να αλλάζει) τη φύση τους (και για να μην παρεξηγηθώ, θέματα που δεν είναι απλά και καθημερινά είναι οι πάσης φύσεως θεομηνίες, οι λιμοί, οι πόλεμοι κ.λπ.). Και επειδή είναι απλά και καθημερινά, πρέπει να αντιμετωπιστούν ανάλογα: να εντοπιστεί που είναι η αιτία τους και να καταπολεμηθεί. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα δεν είναι παρά η συνέπεια πολλών δεκαετιών (για την ακρίβεια, περίπου διακοσίων χρόνων –δηλαδή από συστάσεως ου ελληνικού κράτους) ανωριμότητας, όχι μόνο εκ μέρους των πολιτικών αλλά και, κυρίως, εκ μέρους των ελλήνων πολιτών –δηλαδή όλων ημών. Ειλικρινά, όσο και αν το σκέφτομαι, και λόγω μιας σειράς συμπτώσεων ευτυχών και δυστυχών, το σκέφτομαι περίπου από το 1985, δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα που να μαστίζει την ελληνική κοινωνία και το οποίο να μην ανάγεται, τελικά στην έλλειψη ωριμότητας εκ μέρους των ανθρώπων που την αποτελούν. Και αν υπάρχει περίπτωση να λυθούν τα προβλήματα, αυτό θα γίνει μόνο αν οι έλληνες αποφασίσουμε να ωριμάσουμε.

Τι σημαίνει αυτό; Αυτό ακριβώς που λέει και ο βουδισμός: να τεθούμε αντιμέτωποι με τις ευθύνες μας, να αποφασίσουμε πραγματικά τι είναι αυτό που θέλουμε και να βάλουμε μπροστά ό,τι απαιτείται για να το κατακτήσουμε. Και προς αυτή την κατεύθυνση, η απόφαση του πρωθυπουργού να διεξάγει δημοψήφισμα ήταν ίσως ό,τι καλύτερο είχε (ή θα είχε, καθώς όπως έγραψα παραπάνω, πιθανότατα το δημοψήφισμα δεν πρόκειται να γίνει) γίνει για τους έλληνες. Δηλαδή κάτι που θα μας έβαζε να σταθούμε μπροστά στον καθρέφτη, να αποφασίσουμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, να πράξουμε προς αυτή την κατεύθυνση και στη συνέχεια να ζήσουμε με τις συνέπειες. Αντί δηλαδή από τη συνηθισμένη πρακτική όπου όλοι ψηφίζουν αυτόν που πιστεύουν ότι θα τους εξυπηρετήσει, παρακάμπτοντας εντελώς την πολιτική του (όχι αυτή που θα εφαρμόσει –ακόμα και αυτή που υπόσχεται να εφαρμόσει) και στη συνέχεια αντιδρούν, το δημοψήφισμα είναι μια μοναδική ευκαιρία όλοι να εκφραστούν επί μιας συγκεκριμένης πολιτικής και μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης. Και, όπως έγραψα παραπάνω, να σηκώσουν το βάρος της επιλογής τους.

Φυσικά ακόμα και η υποψία μιας τέτοιας περίπτωσης αντιμετωπίστηκε με πανικό εκ μέρους απάντων των «ενδιαφερομένων» –και βάζω εδώ το «ενδιαφερόμενοι» σε εισαγωγικά επειδή οι πραγματικοί ενδιαφερόμενοι είναι οι έλληνες πολίτες στο σύνολό τους και όχι οι πολιτικοί. Το γιατί αντιμετωπίστηκε με πανικό είναι μάλλον προφανές: η αστική δημοκρατία είναι καλή, αρκεί οι πολίτες λένε αυτό που θέλει η εκάστοτε κυβέρνηση –αν οι πολιτικοί εμπιστεύονταν τόσο πολύ την κρίση του ελληνικού λαού, δεν είχαν κανένα λόγο να αντιδράσουν με τόσο έκδηλο τρόπο στην προοπτική ενός δημοψηφίσματος. Τι μπορεί να πει κανείς, ας πούμε βλέποντας αντιδράσεις όπως αυτή του υπουργού οικονομικών; «Η θέση της Ελλάδας μέσα στο ευρώ είναι μια ιστορική κατάκτηση της χώρας που δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Το κεκτημένο αυτό του ελληνικού λαού δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την διεξαγωγή δημοψηφίσματος.», φέρεται να είπε ο υπουργός. Συγνώμη, αλλά αν πρόκειται για κάποιο κεκτημένο του ελληνικού λαού (το πώς έφτασε να είναι κεκτημένο είναι θέμα για άλλη συζήτηση), βεβαίως και μπορεί να τεθεί από αμφισβήτηση –από τον ίδιο τον ελληνικό λαό. Αυτόν δηλαδή τον λαό τον οποίο ένα πιθανό δημοψήφισμα καλεί να κάνει ακριβώς αυτό.

Αυτό που ακολούθησε την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος δεν είναι παρά η απεγνωσμένη προσπάθεια ανθρώπων που δεν θέλουν επ’ ουδενί να αμφισβητηθεί η δική τους αντίληψη για το καλό της Ελλάδας –και αυτό δεν έχει καμία σχέση με το τι πραγματικά θέλει ο ελληνικός λαός. Αν οι έλληνες πολίτες θέλουν να ζήσουν με τη δραχμή και εκτός ΕΕ, οφείλουν να το παραδεχτούν (πρωτίστως καθένας και στη συνέχεια ως κοινωνία προς την παγκόσμια κοινωνία), να εκλέξουν κυβερνήτες που θα συμβάλλουν στην υλοποίηση μιας τέτοιας πορείας και στη συνέχεια να βάλουν το κεφάλι κάτω και να δουλέψουν προς την κατεύθυνση αυτής της υλοποίησης· δε νομίζω ότι είναι αδύνατο, απλώς προϋποθέτει δουλειά και φαντασία που, ως τώρα, δεν έχω δει να αφθονούν στην Ελλάδα. Αλλά μπορεί να κάνω και λάθος και πολύ θα ήθελα να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα ώστε να δούμε αν μπορεί να συμβεί ή όχι. Φευ, όπως δείχνουν τα πράγματα, η ευκαιρία για ένα τέτοιο πείραμα μάλλον δε θα υπάρξει καθώς οι άνθρωποι που διοικούν τη χώρα έχουν στα χέρια τους αρκετούς μηχανισμούς «σωτηρίας» των πολιτών από τον εαυτό τους –εν προκειμένω, την αποφυγή του δημοψηφίσματος.

Είμαι δημοσιογράφος αλλά δεν είμαι ούτε οικονομικός, ούτε πολιτικός συντάκτης· μ’ άλλα λόγια, αυτά που γράφω παραπάνω ενδέχεται να μη βγάζουν κανένα οικονομικό ή πολιτικό νόημα. Επειδή, ωστόσο, οι σελίδες αυτού του μπλογκ ασχολούνται με το βουδισμό και ειδικά με το βουδισμό Ζεν και ειδικά με το βουδισμό Ζεν όπως τον διδάσκει ο Μπραντ Ουόρνερ και πριν απ’ αυτόν ο Γκούντο Νισιτζίμα και ο Κόντο Σαουάκι, αυτό που με ενδιαφέρει είναι αυτά που γράφω παραπάνω να βγάζουν βουδιστικό νόημα. Και για τον βουδισμό Ζεν, δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από το να βλέπουμε την πραγματικότητα όπως είναι, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς φαντασιώσεις, χωρίς ευσεβείς πόθους, χωρίς πίστη και χωρίς προκατάληψη. Η πραγματικότητα που ζούμε, είναι αυτή που προέκυψε από τις πράξεις μας και αν μπορεί να αλλάξει, μπορεί να αλλάξει μόνο, επίσης από τις πράξεις μας. Το δημοψήφισμα του πρωθυπουργού είναι μια ευκαιρία να πράξουμε κάτι –θα είναι κρίμα αν πάει, και αυτή, χαμένη.

ΥΓ
Για να μην παρεξηγηθώ, δεν πιστεύω πραγματικά ότι ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε το δημοψήφισμα διότι θέλησε να βάλει τους έλληνες ενώπιους ενωπίοις –ειλικρινά δεν έχω ιδέα γιατί το έκανε, ούτε και με ενδιαφέρει πολύ να μάθω. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι το πού θα μπορούσε να οδηγήσει ένα τέτοιο δημοψήφισμα. Και γι αυτό δεν έχω καμία αμφιβολία!

Sunday, April 24, 2011

Εκ της Διευθύνσεως (ΧΙΧ): Επί του πρακτέου


Αν και το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων έξι εβδομάδων το έχω περάσει προσπαθώντας (και, σε μεγάλο βαθμό πετυχαίνοντας) να ενημερωθώ για όσα συμβαίνουν στην Ιαπωνία, υπάρχει ένα είδος πληροφορίας το οποίο έχω καταφέρει να αποφύγω. Και αυτό είναι οι τηλεοπτικές εικόνες· πιο συγκεκριμένα, οι εικόνες από την καταστροφή στο Τοχόκου. Βεβαίως, όταν λέω «έχω καταφέρει να αποφύγω» δεν εννοώ 100% –από τη στιγμή που βλέπω το ΝΗΚ, το (εξαιρετικό) κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο της Ιαπωνίας, κάποιες από τις εικόνες της καταστροφής είναι αναπόφευκτο να περάσουν από τα μάτια μου, όμως ακόμα και τότε, κάνω ό,τι μπορώ για να μην τις δω. Και ο λόγος είναι ένας: δε θέλω η αντίληψή μου να χρωματίζεται από τα έντονα συναισθήματα που προκαλούν οι εικόνες αυτές καθώς αυτού του είδους η συναισθηματική αντίδραση εμποδίζει την καθαρή πράξη.

Επειδή κινδυνεύω να παρεξηγηθώ, να κάνω σαφές από τώρα το εξής: Ναι, όλη αυτή η ιστορία με την καταστροφή στην Ιαπωνία με έχει επηρεάσει συναισθηματικά –είναι απολύτως αδύνατον να μη σε επηρεάσει ένα τόσο μεγάλο γεγονός με τόσες πολλές και ανάμεικτες συνέπειες. Ακόμα και αν μείνει κανείς στο πρώτο επίπεδο (πόσοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, πόσοι άνθρωποι έμειναν άστεγοι, πόση προσπάθεια χρειάζεται για να επιστρέψουν τα πράγματα στην πρότερη κατάσταση κ.λπ.) τα μεγέθη είναι τεράστια, ακόμα και για τα δεδομένα μιας τόσο αναπτυγμένης χώρας –ίσως μάλιστα αυτό που κάνει τα πράγματα χειρότερα είναι ακριβώς επειδή πρόκειται για μια τόσο αναπτυγμένη χώρα, καθώς όλοι μας ζούμε τα τελευταία εκατό χρόνια υπό το κράτος της παρεξήγησης ότι η ανάπτυξη μπορεί να μας προφυλάξει από τα πάντα.

Λέω «παρεξήγησης» και όχι «ψευδαίσθησης» επειδή είναι γεγονός ότι η ανάπτυξη μπορεί να μας προφυλάξει από πολλά. Σίγουρα όμως όχι από τα πάντα (ναι, αυτό το κομμάτι της πεποίθησής μας είναι στα όρια της ψευδαίσθησης). Μην έχει κανείς καμία αμφιβολία: το μέγεθος της καταστροφής ήταν τέτοιο που οι συνέπειες θα ήταν πολύ χειρότερες σε μια λιγότερο αναπτυγμένη χώρα –αν μη τι άλλο, ο αριθμός των νεκρών στον αντίστοιχο σεισμό-τσουνάμι της Ινδονησίας, τα Χριστούγεννα του 2004 (περισσότεροι από 230.000) μας δίνει μια γλαφυρή επιβεβαίωση, ακόμα και αν λάβουμε υπόψη και όλες τις άλλες ιδιαιτερότητες-διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Βεβαίως, οι συνέπειες κάθε τέτοιας μεγάλης καταστροφής μπορούν (και πρέπει) να αποτελέσουν αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τις προτεραιότητες της ανθρωπότητας και με τον τρόπο που οργανώνει το παρόν και το μέλλον της, όμως το συγκεκριμένο θέμα θα ήταν πιο αρμόζον σε ένα μπλογκ πολιτικής κατεύθυνσης. Προς το παρόν, θα ήθελα να παραμείνω στο θέμα της εικόνας και της πράξης.

Επιστρέφοντας εκεί από όπου ξεκίνησα, λοιπόν, η άποψή μου ότι καλά έκανα (και κάνω) που απέφυγα τις εικόνες από την καταστροφή της 11ης Μαρτίου, επιβεβαιώθηκε προχθές όταν είδα για πρώτη φορά, μια ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων εκείνης της ημέρας. Διάφοροι γνωστοί από το Ίντερνετ πρότειναν με τα καλύτερα λόγια ένα ντοκιμαντέρ του National Geographic και επειδή εμπιστεύομαι την κρίση τους, αποφάσισα να παρακάμψω την απόφασή μου να αποφύγω τις εικόνες και έκατσα να το δω. Το ντοκιμαντέρ υπάρχει σε άφθονα μέρη στο Ίντερνετ, οπότε όποιος θέλει μπορεί να το δει και να σχηματίσει τη δική του γνώμη –αυτό που μπορώ να πω εγώ, είναι ότι πρόκειται για μια ακόμα εξαιρετική δουλειά από το National Geographic η οποία καταφέρνει να δείξει το μέγεθος της καταστροφής χωρίς να γίνεται μακάβρια ή αισθησιακή και χωρίς ιδιαίτερα σχόλια. Αν θέλει κανείς να δει κάποιες εικόνες από τον σεισμό και το τσουνάμι της Ιαπωνίας, καλά θα κάνει να ξεκινήσει από εκεί και, ενδεχομένως, και να τελειώσει εκεί.

Όταν τελείωσε το ντοκιμαντέρ (η διάρκειά του είναι περίπου 45 λεπτά) ωστόσο, συνειδητοποίησα το εξής: πέρα από τη συναισθηματική αναστάτωση, το ντοκιμαντέρ δε μου πρόσφερε απολύτως τίποτα άλλο. Δεν υπήρχε τίποτα μέσα στις εικόνες του που δεν το είχα ήδη πληροφορηθεί από τις πηγές που παρακολουθώ τον τελευταίο ενάμιση μήνα και δεν υπήρχε τίποτα που, ακόμα και αν δεν είχα παρακολουθήσει τις συγκεκριμένες πηγές, δε θα είχα μάθει με μια, έστω, επιπόλαια ανάγνωση των στοιχείων σε ένα απλό κείμενο· θεωρώ ότι κάθε στοιχειωδώς ευφυής άνθρωπος μπορεί ακούγοντας τα στοιχεία να συνειδητοποιήσει τι σημαίνει «περίπου 30.000 νεκροί και αγνοούμενοι», «ολοκληρωτική ισοπέδωση σχεδόν όλης της βορειοανατολικής ακτογραμμής της χώρας» κ.λπ. Συνεπώς, το πληροφοριακό περιεχόμενο ενός τέτοιου ντοκιμαντέρ είναι, περίπου, μηδέν.

Ακόμα περισσότερο, κάθε τέτοιο ντοκιμαντέρ (και, υπενθυμίζω, αναφέρομαι σε δουλειές που δεν έχουν ως αποκλειστικό κίνητρο τον αισθησιασμό) δεν μπορεί παρά να ξεγλιστρήσει σε μονοπάτια που έτσι κι αλλιώς ξεφεύγουν από τον χώρο της ενημέρωσης. Οι παραγωγοί του National Geographic, ας πούμε, δεν έπεσαν στη γνωστή παγίδα που έπεσαν (και πέφτουν και θα πέφτουν) οι ερασιτέχνες τηλεορασάδες ανά την υφήλιο, να ντύσουν τις εικόνες με βαρύγδουπες μουσικές και έντονα κόκκινα γραφικά ώστε να τονίσουν το μέγεθος της καταστροφής. Ωστόσο, δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν ένα σάουντρακ το οποίο, καίτοι πολύ πιο διακριτικό (απλωτοί ήχοι από συνθεσάιζερ) σαφώς έκανε πιο έντονη τη συναισθηματική διαταραχή του θεατή –και μάλιστα με τρόπο αρκετά πιο αδιόρατο. Βεβαίως οι άνθρωποι κάνουν τηλεόραση, οπότε δεν μπορεί κανείς να περιμένει θαύματα, όμως τελικά αυτό που μένει στον θεατή (ή, τουλάχιστον, σε αυτόν εδώ τον θεατή), είναι ότι είδε μια ταινία.

Και εδώ μπαίνει το πιο σπουδαίο σημείο αυτής της συζήτησης: κάθε εικόνα που προέρχεται από μια οθόνη είναι ακριβώς αυτό –μια ταινία. Δεν είναι η πραγματικότητα, ακόμα και αν είναι μια συρραφή από (κυρίως) ερασιτεχνικά βίντεο των ανθρώπων που έζησαν αυτή την πραγματικότητα. Ακόμα και αν απομονώσουμε ένα και μόνο καρέ από τα βίντεο που περιλαμβάνει το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ, θα συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχουν αμέτρητες πληροφορίες που δε μεταφέρονται από την εικόνα επειδή (α) η εικόνα είναι ένα μέρος μόνο κάθε πραγματικότητας, και, (β) επειδή ακόμα και αυτή μας έρχεται από αλλού –δεν είναι η εικόνα που βλέπουμε εμείς με τα μάτια μας, εκείνη τη στιγμή. Επειδή, ωστόσο, η εικόνα είναι πράγματι τόσο έντονη, βραχυκυκλώνουμε το μυαλό μας ώστε να πιστεύει ότι βιώνει αυτό που βλέπουν τα μάτια μας. Και αυτό είναι απολύτως λάθος και απολύτως αντιπαραγωγικό, από όποια πλευρά και αν το δει κανείς.

Κάθε κατάσταση που βρίσκεται μπροστά μας, απαιτεί μια συμμετοχή· ο τρόπος της συμμετοχής προσδιορίζεται από την ίδια την κατάσταση και από τις αρχές που έχουμε επιλέξει να καθορίζουν τη ζωή μας. Αν αυτή τη στιγμή στην Ιαπωνία υπάρχει ένα πρόβλημα (και το γνωρίζουμε έτσι κι αλλιώς –δε χρειαζόμαστε το ντοκιμαντέρ του National Geographic για να το μάθουμε) και θεωρούμε ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι, το κάνουμε. Ναι, είναι τόσο απλό και, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της εποχής μας, μπορούμε να το κάνουμε χωρίς καν να χρειαστεί να πάμε στην Ιαπωνία (αν δε θέλουμε ή δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο). Υπάρχουν εκατοντάδες πρότζεκτ/δράσεις που έχουν στόχο τη βοήθεια των ανθρώπων αυτών, οπότε καθένας μπορεί να διαλέξει ποιο του ταιριάζει περισσότερο (ή
ποιο εμπιστεύεται περισσότερο) και να το υποστηρίξει. Αυτό είναι πράξη, έστω και δια αντιπροσώπου –ναι, με δεδομένη τη μορφή των κοινωνιών μας, μερικές φορές χρειάζεται να αρκεστούμε σ’ αυτό. Από την άλλη, η συνεχής έκθεση σε εικόνες, δεν είναι πράξη –απλώς δημιουργεί την ψευδαίσθηση της συμμετοχής και, στην ουσία, υπέρ-τονώνει το εγώ μας (λες και δεν είναι αρκετά υπερτονωμένο!)

Στη βάση της διδασκαλίας του Βούδα, βρίσκεται η εξέταση του εγώ και, στη συνέχεια, η εξάλειψή του· το συγκεκριμένο κομμάτι της βουδιστικής διδασκαλίας έχει προκαλέσει αρκετή σύγχυση σε πολύ κόσμο ενώ στη βάση του είναι πολύ απλό: το ζητούμενο δεν είναι να πάψουμε να υπάρχουμε αλλά να συνειδητοποιήσουμε ποιο κομμάτι της ύπαρξής μας λειτουργεί παραγωγικά και ποιο όχι και από εκεί και πέρα, να λειτουργούμε με βάση το πρώτο και όχι το δεύτερο. Αν μια σκέψη και μια πράξη δεν έχουν στόχο να βελτιώσουν μια κατάσταση, είναι σχεδόν απολύτως βέβαιο ότι έχουν στόχο να τονώσουν (με τον έναν ή τον άλλον τρόπο) την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ή την αίσθησή μας ότι έχουμε εαυτό. Και, με το συμπάθιο, αν δε μας αρκεί η πραγματικότητα για να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε εαυτό, κάτι κάνουμε λάθος...

Tuesday, April 12, 2011

Εκ της Διευθύνσεως (XVIII): Ένα βιβλίο από το Ίντερνετ για την Ιαπωνία


Για μια ακόμα φορά αρχίζω ένα ποστ λέγοντας «για μια ακόμα φορά», όμως οι επείγουσες καταστάσεις χρειάζονται και επείγοντα μέτρα! Επιτρέψτε μου αυτή τη φορά να ξεφύγω πολύ (νομίζω) από το Ζεν και να γράψω για κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό –για ένα project που φτιάχτηκε 100% μέσα στο Ίντερνετ και το οποίο έχει σαν στόχο του τη βοήθεια των θυμάτων από την καταστροφή στην Ιαπωνία. Πρόκειται για το e-book «2:46: Aftershocks: Stories from the Japan Earthquake» το οποίο συνελήφθη ως ιδέα στο Twitter, ολοκληρώθηκε εντός μιας εβδομάδας και κυκλοφορεί πλέον από το Amazon (.com και .co.uk). Το βιβλίο περιέχει μαρτυρίες –τόσο σε μορφή κειμένου, όσο και σε μορφή φωτογραφιών- των ανθρώπων που έζησαν τον μεγάλο σεισμό και δίνει ένα μοναδικό στιγμιότυπο εκείνης της πρώτης ημέρας, χωρίς την τρομολαγνεία των ΜΜΕ και χωρίς τις υστερικές κορώνες τόσο αυτών που είναι υπέρ της πυρηνικής ενέργειας όσο και αυτών που είναι κατά.

Τα έσοδα του βιβλίου θα δοθούν στο σύνολό τους στον Ιαπωνικό Ερυθρό Σταυρό –κανείς δεν εισπράττει ούτε ένα σεντ και ακόμα και το Amazon δέχθηκε να μην κρατήσει τη νόμιμη προμήθειά του. Πέρα από τους «ανώνυμους» που έχουν συμβάλλει στο περιεχόμενο μπορεί κανείς να δει και ονόματα όπως αυτό του Ουίλιαμ Γκίμπσον και της Γιόκο Όνο, ενώ το όλο πράγμα έχει κινήσει το ενδιαφέρον πολλών μεγάλων και μικρών ΜΜΕ και είμαι σίγουρος ότι θα κινήσει και ακόμα περισσότερο όσο περνούν οι μέρες. Αυτό που κάνει το πράγμα ενδιαφέρον, τουλάχιστον για μένα, είναι η ιντερνετική του διάσταση: οι άνθρωποι που έφτιαξαν το βιβλίο δε γνωρίζονται μεταξύ τους· ΟΚ, ίσως κάποιοι να γνωρίζονται καθώς πολλοί από αυτούς είναι ξένοι που ζουν στην Ιαπωνία, όμως οι περισσότεροι συμμετέχουν ευαισθητοποιημένοι μόνο από τα tweets που αντάλλαξαν τις πρώτες μέρες μετά τον σεισμό. Και αυτό για κάποιον που ζει στο Ίντερνετ (ναι, ξέρω, ξέρω αλλά διαβάστε παρακάτω) είναι πολύ αξιόλογο.

Η ενασχόλησή μου με το Ίντερνετ πάει αρκετά χρόνια πίσω –για την ακρίβεια, αρκετά χρόνια πριν ασχοληθώ σοβαρά με το Ζεν. Τότε, μέσω διαφόρων στηλών που είχα σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και μέσω ενός πρώτο-μπλογκ που λεγόταν S.N.A.F.U. (μπορείτε να το βρείτε εδώ
είναι ρέπλικα καθώς το πρωτότυπο σάιτ έχει κατέβει εδώ και πολύ καιρό) έγραφα, αρκετά ρομαντικά και, ίσως με κάποια αφέλεια, ότι το Ίντερνετ μπορεί να αλλάξει τη ζωή των ανθρώπων προς το καλύτερο. Αν και πλέον εξακολουθώ να το πιστεύω, τα χρόνια που μεσολάβησαν με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι η ολοένα και αυξανόμενη διείσδυση του Ίντερνετ στη ζωή μας έχει ορισμένες δυσάρεστες συνέπειες ως προς την αντίληψή μας για την πραγματικότητα –ναι, αυτό έχει σχέση με το Ζεν! Εν ολίγοις, η συμμετοχή στα online πράγματα, μας κάνει συχνά να μπλεκόμαστε σε μια παραίσθηση και να θεωρούμε ότι ο online κόσμος είναι το ίδιο με τον αληθινό, κάτι που δεν ισχύει αλλά που το αισθανόμαστε τόσο έντονα ώστε τελικά λειτουργούμε σαν να ισχύει.

Παρόλα αυτά, το Ίντερνετ είναι κομμάτι της ζωής πολλών από εμάς και επηρεάζει σημαντικά τον τρόπο που σκεφτόμαστε, επικοινωνούμε και φερόμαστε. Σε κάποιες δε περιπτώσεις, όπως αυτή του συγκεκριμένου project/βιβλίου μπορεί να επηρεάσει και τη ζωή πολλών άλλων –ανθρώπων που δεν έχουμε γνωρίσει ποτέ και που πιθανότατα δεν πρόκειται και να γνωρίσουμε ποτέ. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους συντελεστές αλλά –βασικά- στους ανθρώπους που θα πάρουν τα χρήματα από τον Ιαπωνικό Ερυθρό Σταυρό και που η πραγματικότητά τους θα αλλάξει προς το καλύτερο, έστω και λίγο. Αν το Ίντερνετ εξακολουθεί να προσφέρει τέτοιες δυνατότητες (και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τις προσφέρει), προσωπικά πιστεύω ότι αξίζει το ρίσκο των δυσάρεστων συνεπειών του· σε τελική ανάλυση, είναι στην κρίση καθενός να διατηρήσει το ένα του πόδι (και κατά προτίμηση και τα δύο) στην πραγματικότητα και να μη χαθεί μέσα στη φαντασίωση του εικονικού κόσμου.

Αν και το θέμα σηκώνει πάρα πολλή συζήτηση (και σχετική με το Ζεν καθώς βρισκόμαστε σε ένα μπλογκ που σχετίζεται με το αντικείμενο), προς το παρόν θα μείνω στο βασικό μου point: κάντε κλικ στο σχετικό λινκ αριστερά επάνω ή εδώ http://www.quakebook.org/ πηγαίνετε στο σάιτ, δείτε περί τίνος πρόκειται και, αν το αντέχετε, αγοράστε ένα αντίγραφο ή πείτε το παραπέρα –στο Twitter, στα μπλογκ, στο Facebook ή όπου αλλού έχετε πρόσβαση (για τους λιγότερο Ιντερνετοποιημένους, υπάρχει και αφισέτα την οποία μπορείτε να τυπώσετε και να κολλήσετε κάπου). Δεν έχω κρύψει ποτέ ότι έχω ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ιαπωνία όμως ακόμα και αν παρακάμψετε το δικό μου ενδιαφέρον, το project αξίζει και ο σκοπός είναι καλός.

Wednesday, March 30, 2011

Εκ της Διευθύνσεως (XVII): Οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος


Είναι περίεργο πώς μερικά πράγματα που συνέβησαν πριν από πολλά χρόνια, μένουν στη μνήμη σου και αποκτούν σημασία μετά από, γκχμμμ, πολλά χρόνια. Πάρτε για παράδειγμα τον τίτλο του ποστ αυτού: οι σημερινοί σαραντάρηδες (και, φαντάζομαι, πενηντάρηδες) θα αναγνωρίσουν έναν από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της δεκαετίας του ’70, τον Μενέλαο Λουντέμη και ένα από τα πιο γνωστά του βιβλία –ίσως το γνωστότερο μετά το «Ένα παιδί μετράει τα’ άστρα». Θα πρέπει να πω ότι, όπως και πολλοί συνομήλικοί μου, ποτέ δε συμπάθησα ιδιαίτερα το γράψιμο του Λουντέμη, άσχετα αν διάβασα τα βιβλία του. Απλώς ήταν κάτι σαν υποχρεωτικό ανάγνωσμα εκείνης της εποχής, ειδικά σε κάποιους κύκλους. Και, βεβαίως, το σημαντικό ήταν να μπορείς να πεις (και ειδικά με περισπούδαστο ύφος) μερικά τσιτάτα του στην κατάλληλη στιγμή. Αν δεν θυμόσουν κάποιο, μπορούσες απλώς να πεις τους τίτλους –και εδώ, το σημαντικό ήταν το τάιμινγκ.

Εν ολίγοις, στη συνείδησή μου, οι τίτλοι του Λουντέμη παρέμειναν πάντα σαν κλισέ. Όμως, ειλικρινά, ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν άκουσα εχτές ότι οι κερασιές ξεκίνησαν να ανθίζουν στην Ιαπωνία. Όπως κάθε χρόνο αυτή την εποχή, ανεξάρτητα από το πόσα Ρίχτερ ήταν ο σεισμός της 11ης Μαρτίου, πόσα μέτρα έφτασε το τσουνάμι, πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν, αγνοούνται ή είναι άστεγοι στο Τοχόκου, πόσους βαθμούς έχει φτάσει η θερμοκρασία στις δεξαμενές του αντιδραστήρα 3 και πόσα Μπεκερέλ είναι η ραδιενέργεια στο σπανάκι από το Ιμπαράκι. Και είναι ενδιαφέρον ότι η ίδια φύση που ξεχύθηκε με τόση μανία επάνω στην Ιαπωνία πριν από είκοσι μέρες, είναι η ίδια φύση που θα κάνει τις κερασιές να ανθίσουν. Και φέτος.

Προτιμώ να αποφύγω τα περί του συμβολισμού της κερασιάς στον ιαπωνικό πολιτισμό –είμαι σίγουρος ότι όσοι τον ξέρουν, τον ξέρουν και όσοι δεν τον ξέρουν, μπορούν να τον βρουν πολύ εύκολα αν ψάξουν. Εκείνο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ λιγάκι, προσπαθώντας να παραμείνω εντός των ορίων του μπλογκ (ή μη μόνον για να απολογηθώ εμμέσως για άλλη μια εξαφάνιση), είναι ότι ακριβώς το ότι οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος, μπορεί να αποτελέσει μια από τις πιο εντός του πνεύματος του Ζεν δηλώσεις που θα μπορούσε να κάνει κανείς αναλογιζόμενος τα τεκταινόμενα στην Ιαπωνία τις τελευταίες αυτές μέρες. Προφανώς αυτά που έγιναν, έγιναν και προφανώς η επανόρθωσή τους θα πάρει χρόνο και θα απαιτήσει τεράστιες προσπάθειες σε όλα τα επίπεδα. Λιγότερο προφανώς, το μέγεθος της καταστροφής, έχει ήδη δρομολογήσει μια σειρά από αλλαγές στην κοινωνική συνείδηση των Ιαπώνων, αλλαγές που θα δούμε εντός των προσεχών χρόνων ανάγλυφες μπροστά μας –όσοι έχετε υπομονή και/ή ενδιαφέρον, θυμηθείτε το αυτό και ελάτε να το ξανασυζητήσουμε σε δέκα χρόνια από τώρα.

Όμως αυτά δεν αναιρούν την πραγματικότητα: οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος. Όπως άνθισαν και πέρσι (χωρίς σεισμό, τσουνάμι και πυρηνικό ατύχημα) και όπως θα ανθίσουν και του χρόνου (επίσης, ελπίζω). Και όπως κάθε χρόνο, οι Ιάπωνες θα βγουν στα πάρκα για να καθίσουν και να τις δουν –πιθανότατα με πιο βαριά καρδιά από άλλες φορές, αλλά με τη συνείδηση ότι αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι μοναδικό, ακόμα και αν γίνεται κάθε χρόνο. Αν, τελικά, ο λαός αυτός έχει πάρει κάτι από τον Βουδισμό (και ταυτόχρονα, από το ανισόρροπο κομμάτι της φύσης πάνω στο οποίο έχει χτίσει τον πολιτισμό του), αυτό είναι η διαρκής υπενθύμιση της αξίας της στιγμής και, κατ’ επέκταση η απόρριψη του παρελθόντος μόλις αυτό πάψει να είναι παρόν και γίνει παρελθόν. Ειλικρινά τώρα, η φράση «οι κερασιές θα ανθίσουν και φέτος» δε θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια από εκείνες τις απαντήσεις που τα βιβλία λένε ότι δίνουν οι δάσκαλοι του Ζεν στους πεινασμένους για «φώτιση» και «Αλήθεια» μαθητές τους; Και αν ήταν μια τέτοια φράση, δε θα έλεγε ακριβώς όσα χρειάζεται;